Το Καλάο του Φον Ντερ Ντέκεν (Von der Decken's Hornbill) που η επιστημονική του ονομασία είναι Tockus deckeni, είναι ένα πουλί της οικογένειας των Βουκερωτίδων (Bucerotidae) ονομασία από τις Ελληνικές λέξεις βους + κέρας (Κέρατο Γελάδας) λόγω της μύτης που μοιάζει με κέρατο γελάδας, η οποία περιέχει 57 γνωστά μέχρι σήμερα είδη.
Την ονομασία του τη χρωστάει στον Γερμανό ορνιθολόγο Jean Louis Cabanis (8 Μαρτίου, 1816 — 20 Φεβρουαρίου, 1906) ο οποίος το ονόμασε έτσι για να τιμήσει τον Γερμανό εξερευνητή, Βαρώνο Karl Klaus von der Decken (8 Αυγούστου, 1833 - 2 Οκτωβρίου, 1865). Ο Βαρώνος είχε κάνει εκτενείς μελέτες για το βουνό Κιλιμάντζαρο και αρκετά από τα είδη της άγριας ζωής της ευρύτερης περιοχής. Έχει καταγραφεί επίσης στην ιστορία σαν ο πρώτος Ευρωπαίος που είδε το βουνό Μέρου της Τανζανίας.
Χαρακτηριστικά
Το Καλάο του Φον Ντερ Ντέκεν είναι πουλί που βρίσκεται συνήθως στην Αιθιοπία, στη Σομαλία, στη Κένυα και τη Τανζανία.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του είδους είναι το λευκό χρώμα των φτερών του στο κάτω μέρος του κορμού και στο κεφάλι, και το μαύρο φτέρωμα στη πλάτη και την ουρά η οποία είναι αρκετά μακριά. Το πιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του είναι η μεγάλη κυρτή μύτη του η οποία είναι εξαιρετικά βαριά, όμως υποστηρίζεται από πολύ δυνατούς μυς, στο λαιμό. Το μεγάλο ράμφος βοηθά στην πάλη, και την κατασκευή της φωλιάς, καθώς επίσης και τη σύλληψη του θηράματος.
Το Καλάο του Φον Ντερ Ντέκεν έχει διοφθαλμική όραση σχεδόν 360 μοιρών, όμοια με εκείνη των περιστεριών, αν και αντίθετα από τα περισσότερα πουλιά με αυτόν τον τύπο όρασης το ράμφος τους εμποδίζει το οπτικό τους πεδίο. Αυτό όμως τους επιτρέπει να βλέπουν την άκρη του και ενισχύεται έτσι ο χειρισμός ακρίβειας σε ότι έχει να κάνει με την τροφή του. Τα μάτια τους προστατεύονται επίσης από μεγάλες βλεφαρίδες που ενεργούν επίσης και σαν ηλιοπροστασία.
Τα γένη είναι σχεδόν ίδια. Το θηλυκό έχει μαύρο-γκρι ράμφος, ενώ το αρσενικό έχει κοκκινοκίτρινο και αυτό είναι ίσως το μοναδικό χαρακτηριστικό που διαφέρει σε αυτό το είδος.
Διατροφή
Το Καλάο του Φον Ντερ Ντέκεν ζει σε ανοιχτές σαβάνες και δάση. Είναι παμφάγο και περνά τον περισσότερο του χρόνο στο έδαφος ψάχνοντας για τροφή. Η κύρια διατροφή του είναι τα έντομα, τα σαλιγκάρια, τα ποντίκια, οι σαύρες τα βατράχια, τα φρούτα, οι σπόροι και τα μπουμπούκια. Δεν μπορεί να καταπιεί την τροφή που πιάνει στην άκρη του ράμφους δεδομένου ότι η γλώσσα του είναι πάρα πολύ κοντή για να τα χειριστεί, έτσι τα γλιστράει προς το λαιμό με ένα τράνταγμα του κεφαλιού.
Αναπαραγωγή
Ζει σε ομάδες με μεγάλο αριθμό πουλιών, εκτός από την εποχή αναπαραγωγής, που προτιμά την μοναξιά και την ησυχία. Η μεγαλύτερη ομάδα που έχει καταγραφέι μέχρι σήμερα ξεπερνούσε τα 2.400 πουλιά.
Κατά τη διάρκεια της επώασης, το θηλυκό γεννά δύο ή τρία άσπρα αυγά σε φωλιά που σχεδόν πάντα είναι φτιαγμένη με την βοήθεια του αρσενικού, σε κουφάλες δέντρων, η οποία φράζεται με έναν τεχνητό τοίχο φτιαγμένο από λάσπη, σκουπίδια και πολτό φρούτων. Αυτό το κλείσιμο της φωλιάς έχει να κάνει με την προστασία των νεοσσών από άλλα ζηλιάρικα ή πεινασμένα πουλιά.
Στη φωλιά μένει μόνο ένα στενό άνοιγμα, αρκετά μεγάλο για το αρσενικό, έτσι ώστε να μεταφέρει τροφή στο θηλυκό που κλείνεται μέσα καθ' όλη την διάρκεια την επώασης και τους νεοσσούς. Όταν οι νεοσσοί και το θηλυκό είναι πλέον πολύ μεγάλοι για να χωρέσουν στη φωλιά και οι απαιτήσεις τους για τροφή είναι μεγάλη, η μητέρα σπάει και ξαναφτιάχνει τον τοίχο, έτσι ώστε οι δύο γονείς να ταΐζουν τους νεοσσούς ταυτόχρονα.